Πέμπτη, 12 Μάρτιος 2009

Γεια σας!

Το ξέρω πως περίπου όλη η Ελλάδα περίμενε την επιστροφή μου με ανυπομονησία.

Κάποιοι από τους θαυμαστές μου άρχισαν να πιστεύουν ότι δε θα ξαναγράψω ποτέ, αφού έμπαιναν καθημερινά στο μπλογκ μου –με αποτέλεσμα να μάθουν όλο το ποστ με τα εβραϊκά ονόματα απ’έξω- αλλά απογοητεύονταν.

Λοιπόν, μετά από συνεχή, επίμονη και εκνευριστική απαίτηση του κοινού μου, επέστρεψα.
Και αυτό επειδή έμαθα πως μπορεί να υπάρξει κίνδυνος πραξικοπήματος από ομάδες φανατισμένων με την πάρτη μου.





Κοινό μου!

Έχετε να με διαβάσετε από πέρυσι νομίζω.

Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να σας πω πως είμαι πλέον 19 (!), το ίδιο κοντή και όμορφη, και φοιτήτρια.



Αν δεν διάβαζα πάλι το μπλογκ μου χθες, δε θα θυμόμουν τη μανία μου με τη δημοσιογραφία..
Όχι, δεν πέρασα δημοσιογραφία, δεν τη δήλωσα καν. Μου πέρασε, έτσι.







Δήλωσα πρώτη τη φιλολογία, μετά άλλες παρόμοιες και τέλος μερικές άσχετες, έτσι για να μη μείνει άδειο.



Ε, έβγαλα ένα ωραιότατο 16.100, (που σημαίνει 300 μόρια παραπάνω από το Φ.Π.Ψ. –Φιλοσοφική-Παιδαγωγικά-Ψυχολογία) αλλά οι βάσεις ανέβηκαν κατακόρυφα και τελικά πέρασα σε μία από τις άσχετες που σας είπα, στο Πολιτικό της Νομικής.








Δηλαδή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μην αρχίσετε να ρωτάτε τι είναι, δε θα γίνω ούτε πρωθυπουργός, ούτε διπλωμάτης, ούτε βουλευτής, ούτε αστυνομικός (ναι, και αυτό το έχω ακούσει σαν απορία).
Το πολύ πολιτικός αναλυτής (δεν ξέρω ούτε πού δουλεύει, ούτε τι δουλειά κάνει, ούτε πόσα παίρνει ένας πολιτικός αναλυτής σας είπα μη ρωτάτε), άντε και εκλογολόγος (αυτός μετράει κυρίως-όχι ψήφους, ποσοστά, και δεν παίρνει πολλά).

Είναι ωραία, είναι στο κτήριο της Νομικής στη Σόλωνος, πράγμα πολύ ωραίο γιατί πάω εύκολα με το μετρό, γιατί έχει πολλά ωραία μαγαζιά γύρω γύρω και γιατί ποτέ δε βαριόμαστε εμείς εκεί στη σχολή μου.

Κάθε 5 μέρες γίνονται επεισοδιάκια και έχουμε κάτι να ασχολούμαστε.

Το τάβλι είναι ξεπερασμένο πλέον.


Τα έχω ακόμα με εκείνο τον τύπο από το Χημικό, τον Κώστα.

Καλά, μια χαρά.





Τέλος πάντων, ωραία.

Το παραδέχομαι!


Δε μου ήρθε έτσι η καούρα να ανεβάσω πάλι ποστ..


Είπα να ανεβάσω ποστ μετά από τόσο καιρό για να πω..


Ότι....







Πέρασα το πρώτο μου μάθημα στη σχολή! (7, για όσους ρηχούς θα ρώταγαν)

Βγήκε σήμερα ανακοίνωση!! Για τα υπόλοιπα περιμένουμε ακόμα.



Ήταν εύκολο βέβαια, Αστικό Δίκαιο, αλλά δε γαμιέται, χέστηκα. Το πέρασα. (!!!!!)



Τι άλλο συνταρακτικό έγινε για να γράψω..... Εεεεε...




Α! Σήμερα τσακώθηκα με μία κοπέλα από τη σχολή πάρα πολύ άσχημα, και ήμασταν και πάνω στη Σόλωνος ρε γαμώτο και γίναμε λίγο θέαμα αλλά δε μπορώ ρε πούστη μου, δε μπορώ!


Βαριέμαι να σας πω τι έγινε.



Τσκ... Όχι δεν ήτανε για γκόμενο, αμέσως!!!

Απλά μία άλλη κοπέλα μου έλεγε ότι θέλει να μάθει Τούρκικα γιατί είναι βασική γλώσσα για να μπει στο Διπλωματικό Σώμα και η άλλη, η εν λόγω τέλος πάντων, αφηνίασε λες και άκουσε κάποιον να της λέει ότι του αρέσει να τρώει σκατά και είπε ότι όχι μόνο δε θα μάθαινε τούρκικα αλλά δε θα πάει ποτέ στην Τουρκία, ούτε καν στην Κων/πολη που είναι και ελληνική (!) μόνο και μόνο επειδή δε θέλει να δώσει ούτε ένα € στους κωλότουρκους.

Της είπα αν ξέρει σε ποια σχολή έχει περάσει και αν ακούει αυτά που λέει και μου είπε «Τι σχέση έχει η σχολή με τους Τούρκους? Και ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να ασχοληθώ με τις διεθνείς σχέσεις?» και της είπα «Καλά δεν νομίζω ότι και οι διεθνείς σχέσεις θα θέλουν να ασχοληθείς μαζί τους» και νευρίασε λίγο μου είπε ότι «Δικαίωμά μου να μη συμπαθώ τους Τούρκους και δεν πρόκειται να μου αλλάξεις άποψη» και της είπα «Εννοείται ότι είναι δικαίωμά σου, αλλά δεν είναι άποψη. Για να έχεις άποψη, πρέπει να έχεις και επιχειρήματα. Εσύ είσαι απλά ρατσίστρια.» και μου είπε «μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα» (δε θυμάμαι ακριβώς, κάτι σαν «δε θα μου πεις εσύ τι είμαι, ότι θέλω είμαι ,δε θα κάτσω να τσακωθώ για τους Τούρκους, άντε και πολλή σημασία έδωσα») και την έβρισα λιγουλάκι, (Ντάξει, πόσο πολύ μπορώ να αντέξω? Λύγισα..)


Τέλος πάντων και πάνω που ο καυγάς φούντωσε και ήμασταν πίσω από το Πνευματικό Κέντρο, στο πάρκο, γύρισε και είπε (γαμώ το κέρατό μου, συγχίζομαι λίγο τώρα) «Μα καλά, τι έρωτας και αυτός με τους Τούρκους? Σε πηδάει Τούρκος και μας το κρύβεις?» Και κάπου εκεί κόλλησα το κούτελό μου στο δικό της και της έδειξα με διακριτικό και έμμεσο τρόπο ότι καλό θα ήταν να σταματήσει εκεί η κουβέντα γιατί υπήρχε κίνδυνος να τη χτυπήσω.

Και έτσι έγινε..





Το χειρότερο ξέρετε ποιο είναι?


Ότι η κοπέλα αυτή, μένει στον Αγ. Στέφανο, ο πατέρας της έχει δεν ξέρω κ εγώ πόσες μεζονέτες σε Άνοιξη και Κηφισιά και υπάρχουν πολλές πιθανότητες με το πτυχίο που θα πάρει όταν τελειώσει τη σχολή, το οποίο θα γράφει πάνω και το όνομα του μπαμπά να γίνει τουλάχιστον βουλευτής μέχρι και υπουργός Εξωτερικών.








Μ’αρέσει που βαριόμουνα να σας πω τι έγινε... ;)



Αυτά ήταν λίγα από τα πολλά που έχουν γίνει..
Τώρα, δεν ξέρω αν αρχίσω να ξαναγράφω μόνιμα, απεξαρτητοποιήθηκα εδώ και καιρό και δύσκολα θα μπει πάλι στην καθημερινότητά μου..
Σας διαβάζω όμως κατά καιρούς..



Φιλάκι!

Τετάρτη, 18 Ιούνιος 2008

«Εν αρχή ήν ο λόγος»:

Με έχει πιάσει τώρα τελευταία μία μανία με τις λέξεις.

Όχι με τους ορισμούς, με την ετυμολογία. Η γλωσσολογία και συγκεκριμένα η ετυμολογία εισήχθησαν όπως έμαθα φέτος στα Αρχαία από (ποιους άλλους?) τους αρχαίους Έλληνες και πιο ειδικά από τον Πρόδικο και άλλους σοφιστές, ενώ και ο Αριστοτέλης συχνά χρησιμοποιούσε την ετυμολογία μίας λέξης για να φτάσει σε κάποιο συμπέρασμα (π.χ. από τη λέξη έθος=συνήθεια προκύπτει η λέξη ηθική).

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ονόματα και η προέλευσή τους. Για παράδειγμα τα ονόματα Ιωάννης και Ιωάννα προέρχονται από το εβραϊκό Y(eh)okhanan και σημαίνει η εύνοια-δώρο του Θεού και αντιστοιχεί με το ελληνικό Θεόδωρος (Γιαχ=Θεός).
Το όνομα Ζαχαρίας που δεν έχει καμία σχέση με τη ζάχαρη, προέρχεται από το Zekharyah = Ο Θεός έχει θυμηθεί και το Ελισάβετ από το Εliseva=ο Θεός φέρνει τον πλούτο. Το όνομα Ιάκωβος συνδέεται με το ageb=φτέρνα γιατί, σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση (Γένεσις 25,26), ο Ιακώβ εξήλθε κατά τον τοκετό κρατώντας τη φτέρνα του δίδυμου αδερφού του , Ησαύ.
Τη λέξη Θεός περιέχει και η φράση Immanu El=o Θεός είναι μαζί μας και από αυτή σχηματίστηκε το αντρικό όνομα Εμμανουήλ που χρησιμοποιήθηκε ως προσωνύμιο του Χριστού (Ματθ. 1,23)
Το όνομα Μαρία βγαίνει από το Marjam=ανυπότακτη και το Άννα από το Hannah=χάρη και αντιστοιχεί με το ελληνικό Χάρις, Χαρούλα. Το όνομα Μάρθα στα αραμαϊκά σημαίνει κυρία (Marta) και αντιστοιχεί στο ελληνικό Δέσποινα.
Το ελληνικό Ελένη πιθανόν προέρχεται από τις λέξεις ελέω+ναυς=καταστρεφω πλοία (από την ωραία Ελένη, αιτία του Τρωικού πολέμου). Το Κωνσταντίνος από το λατινικό constant=σταθερός και αντιστοιχεί στο ελληνικό Ευστάθιος.

Υπάρχουν και οι λεγόμενες «καθαρές» λέξεις. Αυτές που δεν έχουν ως ρίζα κάποια άλλη λέξη, αλλά συνήθως οι ίδιες αποτελούν ρίζα για άλλες λέξεις. Η λέξη «πλους» προέρχεται πιθανότατα από τον ήχο του νερού της θάλασσας (πλατς-πλουτς και τέτοια) και από εκεί βγαίνει η πλεύση, ο απόπλους, το πλοίο κλπ. Η λέξη «ροή» από τον ήχο πάλι του γάργαρου νερού των ποταμών.
Α! Και το φοβερό! Το νερό έχετε αναρωτηθεί ποτέ από πού βγαίνει, αφού η πρωταρχική λέξη «ύδωρ» δεν έχει καμία ηχητική σχέση με τη μεταγενέστερη?
Λοιπόν:
Οι αρχαίοι συνήθιζαν να λένε «Δος μοι νεαρόν ύδωρ» (φρέσκο-νεαρό νερό) και από αυτή την συνεχώς επαναλαμβανόμενη φράση κράτησαν μόνο το «νεαρόν» το οποίο, φυσικά χάρην ευγλωττίας μετατράπηκε σε «νερό». (γαμάτο?)





Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι έγραψα τόσα πολλά πράγματα. Το έκανα επίτηδες ώστε να κουραστείτε και ενδόμυχα να αναρωτηθείτε «Καλά και τι σημασία έχει από πού βγαίνει η κάθε λέξη?» Και όμως, έχει περισσότερη σημασία από όση φαντάζεστε.

Τις προάλλες μου έκανε την ίδια ερώτηση ένας τύπος την ώρα που έκανα μία κλασσική μίνι-διάλεξη για την ερμηνεία κάποιων λέξεων σε μία παρέα. Ως θετικός εγκέφαλος που ήταν, κατάλαβα αμέσως ότι το μυαλό του πήγε χωρίς δεύτερη σκέψη στο πρακτικό κομμάτι του ζητήματος. Και επειδή ως γνωστόν οι θετικοί είναι λίγο μπουμπούνες στο να συλλάβουν μία αφηρημένη έννοια, του εξήγησα αυτό που θα εξηγήσω τώρα σε εσάς:

Δεν έχει καμία σημασία αν πιστεύετε ότι η λέξη «μουσική» προέρχεται από τη λέξη μούσα ή από το λατινικό muta που σημαίνει εναλλαγή. Δεν έχει καμία ουσιαστική διαφορά. Ούτε αν πιστεύετε ότι η λέξη μαθηματικά προέρχεται από το αρχαιοελληνικό μανθάνω ή από το λατινικό matrix-icis που σημαίνει μήτρα, η μητέρα όλης της δημιουργίας, η γενεσιουργός αιτία. Όπως και να’χει, η μουσική είναι μουσική και τα μαθηματικά είναι μαθηματικά.

Αλλά οι λέξεις έχουν μία εσωτερική δύναμη. Οι λέξεις μπορούν να δημιουργήσουν και να αφανίσουν. Αν το πάρουμε ηθικά, ο Θεός δημιούργησε τις λέξεις. Για την ακρίβεια, δημιούργησε τις λέξεις πριν δημιουργήσει οτιδήποτε άλλο, αν πιστέψουμε τον απόστολο Ιωάννη στην Καινή Διαθήκη. «Εν αρχή ήν ο λόγος», θυμάστε? Μπορεί να μην ήταν μόνο μία λέξη. Μπορεί να ήταν η μουσική. Ακόμα και η πρώτη μουσική μιμήθηκε τον ήχο που κάνουν οι λέξεις.

Υπάρχει μία πολύ ωραία ιστορία στη Βίβλο:
Οι Βαβυλώνιοι λέει, ήταν πολύ περήφανος λαός. Δημιούργησαν το μεγαλύτερο πολιτισμό από την απαρχή του χρόνου. Έφτιαξαν κρεμαστούς κήπους που συναγωνίζονταν τα ωραιότερα έργα της φύσης. Και ήθελαν να φτιάξουν και έναν πύργο που θα έφτανε στον ουρανό , που θα άγγιζε τον ήλιο. Ο Νεβρώδ λοιπόν, ο αρχιτέκτονας του πύργου, κατασκεύασε ένα κτίριο ψηλότερο από οποιοδήποτε άλλο είχε δει ποτέ ο άνθρωπος. Τον ονόμασε πύργο της Βαβέλ (Babel ή Bavel σημαίνει «η Πύλη του Θεού»).
Αλλα δεν τον ολοκλήρωσε ποτέ. Κι αυτό γιατί ο Θεός θέλησε να τον τιμωρήσει για την αλαζονία του. Πώς τον τιμώρησε όμως? Δεν έστειλε έναν κεραυνό ή μία πλημμύρα ή μία μάστιγα όπως συνήθιζε. Ο Θεός κατέστρεψε το έργο του Νεβρώδ μπερδεύοντας τις γλώσσες των εργατών. Μέχρι τότε υπήρχε μία και μοναδική γλώσσα, αλλά ο Θεός για να τιμωρήσει την υπέρμετρη φιλοδοξία των Βαβυλωνίων πάταξε τη γλώσσα. Κατέστρεψε το Λόγο!
Έτσι, καταστράφηκε και ένας ολόκληρος πολιτισμός!


Τέλος πάντων, σε αυτόν δεν το εξήγησα ακριβώς έτσι. Για την ακρίβεια του είπα «Εσύ μην ανακατεύεσαι, μιλάω.» Και τελείωσε εκεί γιατι τότε δεν είχα πάρει όλες αυτές τις ιδέες από το βιβλίο «Οχτώ» της K. Neville.

Ντάξει, πλάκα κάνω και αυτουνού κάτι τέτοια του ‘λεγα μέχρι που βαρέθηκε να μ’ακούει και μου είπε ότι εντάξει «έχεις δίκιο φτάνει»...

Κυριακή, 25 Μάϊος 2008

ΑΤΑΚΕΣ ΠΟΥ ΕΙΠΩΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ:

1)Ο Βασίλης από το τμήμα μου μιλάει με μία κοπέλα από άλλο σχολείο στο τηλέφωνο για την έκθεση:
-Τι έγινε Βασίλη, πώς έγραψες? Εύκολα δεν ήταν τα θέματα?
-Πού το ξέρεις? Τα ίδια σας βάλανε?


2)Ένας τύπος (γύρω στα 25) μιλάει με τη φίλη μου τη Γεωργία στο τηλέφωνο πριν δώσουμε το μάθημα επιλογής:
-Έμαθα τι σας έκαναν οι μαλάκες στις πανελλήνιες, το άκουσα στο ραδιόφωνο!
-Τι μας έκαναν?
-Τι σας έκαναν? Άκουσα ότι αύριο γράφετε: Βιολογία, Ιστορία, Φυσική, και Μαθηματικά!!!!
Και η Γεωργία:
-Α, το έμαθες ε? Ναι ρε, δεν το ‘ξερες? Βαριούνται να έρχονται μέρα παρα μέρα και μας τα βάλανε όλα σε μία μέρα. Από τις 8 θα πάμε εκεί και θα τελειώσουμε 10 το βράδυ. Άστα..
-Α, τους μαλάκες…


3)Στα θέματα της Βιολογίας μία ερώτηση ήταν «Τι είναι η αλλεργία και ποια τα αποτελέσματά της?»
Η απάντηση του Βασίλη: «Δεν ξέρω τι είναι αλλεργία, πάντως εμένα όταν με πιάνει φταρνίζομαι.»
(Εδώ που τα λέμε, είναι ένα σωστό αποτέλεσμα της αλλεργίας.. Αν το έγραφε «Αυξάνεται η εκκριτική ικανότητα των βλεννογόνων μου» θα ήταν καλύτερα, αλλά τεσπα..)


4)Ο παππούς μου όταν γύρισα σπίτι από το μάθημα επιλογής, καθόταν και έβλεπε στη ΝΕΤ τις απαντήσεις των Μαθηματικών. Και τον πέτυχα όταν άκουγε τα «Σωστό-Λάθος». Και με ρωτάει:
-Τι «Λάθος» είναι αυτά?
Του εξηγώ πώς είναι αυτές οι ασκήσεις και γυρνάει στην τηλεόραση, τη μουντζώνει και φωνάζει:
-ΝΑ! Μαλάκες… Που βάζετε λάθος πράματα στα παιδιά! Πώς θα μάθουνε ρε άμα τους τα λέτε λάθος? Ε? Μαλάκες, ε μαλάκες…


5)Ένα παιδί στην Τεχνολογική (δεν ήταν στη δικιά μου τάξη γαμώτο…) κοιμήθηκε ενώ έδινε Πανελλήνιες. Ε, οι επιτηρητές ανησύχησαν μήπως λιποθύμισε από το άγχος του αλλά κάθε άλλο..


6)Κάποιοι γράψανε τα υποκοριστικά τους στην καρτέλα με τα στοιχεία του μαθητή: Γιώργος, Κώστας, Βασίλης κλπ…
Η λογική ατάκα όλων των επιτηρητών (καμία πρωτοτυπία πια):
-Άμε σε φωνάζανε Κωστάκη, Κωστάκης θα έγραφες?

Σάββατο, 5 Απρίλιος 2008

«Περικλέους Επιτάφιος»

Δεν ξέρω αν είναι φυσιολογικό, αλλά συμβαίνει το εξής: Σκέφτομαι π.χ. τα συμβάντα της χθεσινής μέρας και μου φαίνεται πως έγιναν αιώνες πριν. Από την άλλη, ανακαλώ για παράδειγμα το πρώτο μάθημα Βιολογίας στο φροντιστήριο και νομίζω πως έγινε χθες.
Τέλος πάντων, το περίεργο είναι πως οι μέρες περνάνε δύσκολα ενώ ο καιρός κυλάει σαν νερό και είναι τόσο δύσκολο να το συνειδητοποιήσω που δεν το συνειδητοποιώ.
Άγχος.

Έχω να γράψω κάτι δικό μου, ολόδικό μου και όχι κάτι που πρέπει να γράψω για να το θυμηθώ και τότε που θα είμαι στο θρανίο μου και θα γράφω πανελλήνιες και θα κρίνεται το μέλλον μου -άγχος- από την καλή μου ανάλυση πάνω στα ποιήματα του Καβάφη κλπ, από τον Οκτώβρη.

Όχι. Ψέματα.
Η πολύ καλή καθηγήτριά μας της Έκθεσης στο φροντιστήριο με αφορμή το θέμα της Τέχνης στη ζωή μας, αποφάσισε να πάρει πρωτοβουλία, να παραβεί τους απαράβατους κανόνες της εκπαίδευσης και του συστήματος των πανελληνίων και να μας βάλει να γράψουμε «όσο πιο ελεύθερα μπορείτε» (Δεν ξέρω γιατί το έθεσε έτσι. Μάλλον υποψιάζεται ότι η δημιουργικότητά μας έχει καταστραφεί από αυτή την καθημερινότητα) ένα κειμενάκι στο οποίο θα περιγράφαμε «Μία μέρα χωρίς τέχνη». Άγχος.
Πώς να γράψω ελεύθερα?
«Κυρία.. Εννοείτε ότι δεν θα χρησιμοποιήσουμε διαρθρωτικές λέξεις και αυστηρή δομή και δόκιμους όρους?»
«Ναι, αυτό εννοώ. Για την Τέχνη κάνουμε. Θέλω ελευθερία, όχι σκέψη.»

Έγραψα λοιπόν κάτι από το οποίο έμεινα αρκετά ευχαριστημένη και αποφάσισα αυτόματα «Όταν γυρίσω σπίτι, θα γράψω στο blog. Τέλος.» Δεν σκέφτηκα όμως ότι για να φτάσω στο σπίτι θα έπρεπε να υποστώ άλλη μία ώρα ερεύνησης των αιτιών «γιατί λείπει η Τέχνη από τη ζωή των νέων» και άλλες 2 ώρες Λατινικά και άλλες 2 Βιολογία και ότι όταν θα γυρνούσα στο σπίτι στις 11:15 θα ήμουν τόσο ξεθεωμένη που όχι στο blog δε θα έμπαινα, ούτε τα παπούτσια μου δε θα έβγαζα προκειμένου να κοιμηθώ αμέσως.

Από τότε λοιπόν.
Και έρχεται την προηγούμενη βδομάδα η φιλόλογος στο σχολείο να μας αναθέσει μία εργασία σχετικά με τον «Περικλέους Επιτάφιο» του Θουκυδίδη.

Ναι καλά λεω, σιγά να μην ασχοληθώ με τον Θουκυδίδη, Αρχαία Γενικής είναι, ποιος τη χέζει τη Γενική Παιδεία τώρα, θα κάνω επανάληψη Ιστορία, πρέπει οπωσδήποτε να βγάλω το Κρητικό, γιατί μετά δε θα προλαβαίνω και τον Παρευξείνιο..

Άγχος.

Αλλά κάτι με έτρωγε.
Στο διάολο να πάει, λέω, ας την κάνω.
Παίρνω που λες μία κόλλα Α4 και ένα στυλό μπικ, γράφω όνομα (Μόνο το μικρό, πάντα, αφού δεν υπάρχει άλλη με το ίδιο όνομα στο τμήμα μου. Το επώνυμο θα το γράψω στις πανελλήνιες μόνο), ημερομηνία, βάζω το στυλό στο στόμα, το μασάω..

..

Τι γράφουμε δηλαδή?

Άγχος.

Για να μην τα πολυλογώ, γέμισα 3 σελίδες Α4 και η εργασία μου βγήκε σαν μυθιστόρημα.
Δηλαδή αρχίζει έτσι «Τη χειμωνιάτικη εκείνη μέρα του 430π.Χ. ο πρώτος ανήρ των Αθηνών, ο Περικλής, στο ομορφότερο προάστιο της πόλης, στον Κεραμεικό...» και πάει λέγοντας..


Χθες. Τελειώνει το μάθημα με την ίδια καθηγήτρια.

Άγχος.

Τώρα, να της το δώσω? Θα της πω ότι δεν την έκανα, σιγά.
Λάθος είναι ούτως ή άλλως.

Αλλά γιατί να είναι λάθος?
Χρησιμοποίησα πληροφορίες από τις πηγές απλά δεν πήρα το ύφος του βιβλίου. Κακό είναι? Δε μας είπε τίποτα για το ύφος. Μας είπε?

Δε με νοιάζει. Θα της τη δώσω κι αν της αρέσει.

Της την έδωσα και μάλιστα πριν από τη λήξη της προθεσμίας.


Σήμερα, έρχεται στην τάξη κρατώντας την εργασιούλα μου στις χερούκλες της.
Μου φάνηκε έτοιμη να τη σκίσει.

Μαλακία έκανα, γιατί να της τη δώσω? Με κοιτάει με ένα περιφρονητικό, υποτιμητικό χαμόγελο σαν να μου λέει «Ήρθε και η δικιά σου η ώρα.»

Απευθύνεται στην τάξη: «Δεν περίμενα να μου φέρει κανένας εργασία. Ξέρω ότι η Γ’ Λυκείου περιφρονεί τα μαθήματα Γενικής Παιδείας. Παρόλαυτα η συμμαθήτριά σας δεσποινίς Mathilde.»

“Δεσποινίς”. Ειρωνεία. “ΔΕ-ΣΠΟΙ-ΝΙΣ”. Με μισεί. Ποιος ξέρει τι έγραψα..
Δεν έκατσα καν να την ξαναδιαβάσω. Δε θυμάμαι καθόλου τι έγραψα.
Ωραία!
Ρεζίλι μπροστά σε όλους. Μπράβο, μπράβο, ωραία τιμωρία.
Θα την πάω και δικαστικά άμα θέλω τώρα. Θα δει τι θα πάθει.

Άγχος.
«...έγραψε μία εξαιρετική εργασία που κατάφερε να με συγκινήσει.»
Αμάν.

«Τη χειμωνιάτικη εκείνη μέρα του 430π.Χ...»

Τη διάβασε όλη.
Μεταξύ μας, κι εμένα καλή μου φάνηκε.. :-P

Πριν μου τη δώσει, είπε «Δεν τη διάβασα για να σας δείξω πώς να γράψετε τις δικές σας, τη διάβασα για αυτούς που δεν έχουν προσέξει ποτέ το μάθημα όλη τη χρονιά, μπας και καταλάβουν κάτι από το Θουκυδίδη.»

Μου τη δίνει και βλέπω στο τέλος μία σημείωση με κόκκινο στυλό.
«Ααα, είπα κι εγώ...»

Άγχος.

Και έλεγε: «Εύχομαι να κρατήσεις πάντα ελεύθερο και φιλοπερίεργο το πνεύμα σου, “ανοιχτά και άγρυπνα τα μάτια της ψυχής σου”, καθαρό το βλέμμα σου στη διαύγεια του κόσμου.
Καλή τύχη.
Η καθηγήτριά σου Δ.Μ.»


«Αυτό ήταν. Όταν γυρίσω σπίτι, θα γράψω στο blog. Τέλος.»

Ήταν η προτελευταία ώρα, οπότε γύρισα με χαρά στο σπίτι για να γράψω κάτι, οτιδήποτε.

Και έγραψα αυτό. Τώρα πρέπει να διαβάσω Λογοτεχνία όμως, οπότε ξέρετε..

Φιλάκι!

Κυριακή, 28 Οκτώβριος 2007

«Η Μεγάλη Μαχη»

Παρά το γεγονός ότι έλειψα για αρκετό καιρό, δε θα καταγράψω όλες τις εμπειρίες μου στο χρονικό αυτό διάστημα αν και θα το ήθελα πολύ, αφού έκανα διάφορα αξιοσημείωτα πράγματα όπως κοπάνα από το σχολείο για να πάω για πρώτη φορά στην Πανεπιστημιούπολη με τον Κώστα (που είναι στο χημικό και που τον τελευταίο καιρό τον γουστάρω άσχημα και που έκανα το λάθος να του δώσω τη δ/νση του blog και μάλλον πρέπει να προσέχω τι γράφω από δω και πέρα και που άμα αφήσει κανένα σχόλιο με nickname «Θεός», αυτός θα είναι), άρχισα να έχω φιλικές σχέσεις και να συνεννοούμαι επιτέλους με τον κατά 5 χρόνια μεγαλύτερο αδερφό μου, εξαντλούμαι πολύ εύκολα χωρίς αναγκαστικά να είναι σκληρό το πρόγραμμά μου και γενικά περνάω μία σύνθετη και περίεργη φάση.

Θα καταγράψω όμως την πιο πρόσφατη εμπειρία μου, την πρώτη που μου έρχεται τώρα στο μυαλό: την απαγγελία ποιήματος στη σχολική εορτή της 28ης Οκτωβρίου, που έγινε σήμερα.

Το ποίημα είναι του Τάσου Λειβαδίτη, «Η Μεγάλη Μάχη» και συγκριτικά με άλλα ποιήματα που εκφωνήθηκαν στη γιορτή, θεωρείται επιεικώς μέτριο. (Μία κοπελίτσα από την πρώτη Λυκείου είπε «Το Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου» του Μπρεχτ, εκπληκτικό)

Μετά από πολλά παρακάλια στην ανένδοτη και αποφασισμένη υπεύθυνη για την εκδήλωση καθηγήτρια να μην το πω, δέχτηκα με κάποιους όρους.
Βασικά να βάλω ότι θέλω γιατί «Εγώ με μπλε φουστίτσα και άσπρο πουκαμισάκι δεν εμφανίζομαι δημόσια, σας το λέω από τώρα» και να διαβάσω το ποίημα πριν δεχτώ να το πω. Αυτό το τελευταίο το έθεσα σαν όρο όχι γιατί δεν εμπιστεύομαι την κριτική ικανότητα της καθηγήτριάς μου αλλά γιατί την τελευταία φορά που δέχτηκα να πω ποίημα πριν το διαβάσω αναγκάστηκα να απαγγείλω δημόσια κάτι στίχους του στυλ «...κι έχασκε το παπούτσι μόνο» και γενικά τέτοιες αηδίες που γράφουν κάποιοι που νομίζουν ότι γράφουν.

Με τα πολλά μου είπε να βάλω ότι θέλω και διάβασα και το ποίημα και μου φάνηκε καλό.

Σήμερα λοιπόν, ήρθε η μεγάλη μέρα. Προετοίμασα όλο το τμήμα μου ότι όποιος χασκογελάσει ενώ θα μιλάω θα φάει σφαλιάρες και ότι δεν είναι σωστό να κοροϊδεύουν μία κοντή, αγουροξυπνημένη και αγχωμένη κοπέλα ενώ απαγγέλλει και η αλήθεια είναι ότι σε γενικές γραμμές το τήρησαν.

Όταν ήρθε λοιπόν η σειρά μου και άρχισα να λέω το «Κάποτε, καθώς φεύγεις πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη...» κατάλαβα ότι αν κοιτάξω οποιονδήποτε συμμαθητή μου θα αρχίσω να γελάω, πράγμα που δεν ήθελα καθόλου. Έτσι, εστίασα στο πρόσωπο του Φυσικού μου, πολύ ήπιος άνθρωπος που γενικά όταν τον κοιτάς δε σου προκαλεί κανένα ενδιαφέρον, δηλαδή ότι πρέπει για την περίπτωση. Είπα λοιπόν όλο το ποίημα κοιτώντας τον μες στα μάτια. Ήταν αρκετά αστεία σαν σκηνή, ειδικά όταν έλεγα το «Εσύ, στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο, ακούγοντας κάτω από τη βροχή...» Ο άνθρωπος με κοίταζε κι αυτός με τη σειρά του και γενικά κοιταζόμασταν μέχρι να τελειώσω.

Ήταν ο μόνος καθηγητής που δεν ήρθε μετά να μας συγχαρεί για την εκδήλωσή μας..

Κυριακή, 26 Αύγουστος 2007

ONZE MINUTOS:

Το «11 λεπτά», είναι ένα βιβλίο του Paulo Coelho, το οποίο είχε ξεχάσει η ξαδέρφη μου η Εύα στο σπίτι μου και είπα να το διαβάσω μιας και δεν είχα ξαναδιαβάσει τίποτα του ίδιου συγγραφέα. Είναι η ιστορία μία βραζιλιάνας κοπέλας, της Μαρίας, που αναγκάζεται να γίνει πόρνη επηρεασμένη από διάφορες καταστάσεις (μη στενοχωριέστε καθόλου για τη Μαρία, μια χαρά τα πέρναγε απ’ότι κατάλαβα) και αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα, όπως το ότι δεν έχει γνωρίσει ποτέ τον πραγματικό έρωτα και το ότι ποτέ δεν είχε οργασμό χωρίς να αυνανιστεί. (τέλος πάντων, κι εγώ περίμενα κάτι διαφορετικό, αλλά είχε ενδιαφέρον) Αλλά –για να μην ανησυχείτε το λέω- τελικά τα βρίσκει και τα δύο.

Η ξαδέρφη μου λοιπόν, είχε υπογραμμίσει διάφορες αηδίες που απ’ότι κατάλαβα ο Coelho γουστάρει πάρα πολύ να γράφει όπως πχ. «το σεξ είναι η ένωση δύο ψυχών στο σύμπαν» ή «όταν κάποιος δεν είναι ερωτευμένος δεν έχει νόημα η ύπαρξή του» ή «με τον έρωτα και την πίστη στη ζωή μπορείς να ξεπεράσεις όλα τα εμπόδια» κλπ.

Εγώ πάλι, βρήκα 2 σημεία σε όλο το βιβλίο τα οποία με άφησαν άφωνη και την ξαδέρφη μου παγερά αδιάφορη:

-- Το πρώτο σημείο, είναι εκεί που η Μαρία δίνει στον τύπο που τελικά ερωτεύεται, ένα δικό της αντικείμενο ως δώρο και αυτός σηκώθηκε, πήγε στη βιβλιοθήκη και γύρισε κρατώντας ένα άλλο αντικείμενο. Το έδωσε στη Μαρία:

«Είναι ένα βαγόνι από ένα ηλεκτρικό τρενάκι που είχα όταν ήμουν παιδί. Δε μπορούσα να παίζω μόνος μαζί του, γιατί ο πατέρας μου έλεγε ότι ήταν ακριβό, εισαγωγή από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, καθόμουνα και περίμενα πότε θα είχε διάθεση να στήσει το τρενάκι στη μέση του δωματίου – συνήθως όμως περνούσε τις Κυριακές του ακούγοντας όπερα. Γι’αυτό το τρένο επέζησε της παιδικής μου ηλικίας, αλλά δε μου πρόσφερε καμία χαρά. Εκεί πάνω έχω κρατήσει όλες τις ράγες, την ατμομηχανή, τα σπίτια, ακόμα και τις οδηγίες χρήσης: επειδή είχα ένα τρένο που δεν ήταν δικό μου, με το οποίο δε έπαιζα.

»Μακάρι να είχε διαλυθεί όπως όλα τα άλλα παιχνίδια που μου χάρισαν και που ούτε καν θυμάμαι, γιατί αυτό το πάθος του σπασίματος είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο το παιδί ανακαλύπτει τον κόσμο. Όμως αυτό το ανέπαφο τρένο μου θυμίζει πάντα ένα κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας που δεν το έζησα, επειδή ήταν τρομερά πολύτιμο ή τρομερά κοπιαστικό για τον πατέρα μου. Ή ίσως επειδή κάθε φορά που έστηνε το τρενάκι φοβόταν να μου δείξει την αγάπη του.»





-- Το δεύτερο σημείο που με συγκλόνισε με την παραβολικότητά του είναι μία ιστορία που έγραψε η Μαρία στο ημερολόγιό της:

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα πουλί. Ένα πουλί στολισμένο με δύο τέλειες φτερούγες και λαμπερό, χρωματιστό και υπέροχο φτέρωμα. Ήταν δηλαδή ένα ζώο φτιαγμένο για να πετάει ελεύθερο και να αιωρείται στον ουρανό, δίνοντας χαρά σε όποιον το παρατηρούσε.

Μια μέρα, μία γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε. Έμεινε να κοιτάζει το πέταγμά του με το στόμα ανοιχτό από τη σαστισμάρα, με την καρδιά της να γοργοχτυπάει και τα μάτια της να λάμπουν από συγκίνηση. Την κάλεσε να πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν μαζί στον ουρανό μέσα σε απόλυτη αρμονία. Η γυναίκα θαύμαζε, υμνούσε και λάτρευε το πουλί.

Αλλά τότε σκέφτηκε: μπορεί να θέλει να γνωρίσει μακρινούς τόπους και βουνά! Και η γυναίκα αισθάνθηκε φόβο. Φόβο να μην το ξανανιώσει αυτό με άλλο πουλί. Και αισθάνθηκε φθόνο, φθόνο για την ικανότητα του πουλιού να πετάει.

Και αισθάνθηκε μοναξιά.

Και σκέφτηκε : Θα στήσω μια παγίδα. Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί το πουλί, δε θα ξαναφύγει.

Το πουλί, που ήταν κι αυτό ερωτευμένο, επέστρεψε την επόμενη μέρα, έπεσε στην παγίδα και κλείστηκε σε ένα κλουβί.

Κάθε μέρα, η γυναίκα κοιτούσε το πουλί. Ήταν το αντικείμενο του πάθους της και το έδειχνε στις φίλες της, που σχολίαζαν: «Μα εσύ τα έχεις όλα!». Όμως άρχισε να γίνεται μία παράξενη μεταμόρφωση: αφού είχε δικό της το πουλί και δεν χρειαζόταν πια να το κατακτήσει, έχανε το ενδιαφέρον της. Το πουλί, χωρίς να μπορεί να πετάξει και να εκφράζει το νόημα της ζωής του, πήρε να μαραζώνει, να χάνει τη λάμψη του, να ασχημαίνει – και η γυναίκα δεν του έδινε πλέον την προσοχή της, μόνο το τάιζε και φρόντιζε το κλουβί του.

Μια ωραία μέρα, το πουλί πέθανε. Η γυναίκα λυπήθηκε πολύ και το σκεφτόταν συνέχεια. Αλλά δε θυμόταν το κλουβί, θυμόταν μόνο τη μέρα που το είδε για πρώτη φορά, να πετάει ευχαριστημένο στα σύννεφα.

Αν παρατηρούσε τον εαυτό της, θα ανακάλυπτε ότι αυτό που τη συγκινούσε τόσο πολύ στο πουλί ήταν η ελευθερία του, η ενέργεια που εξέπεμπαν οι φτερούγες του, όχι το ίδιο του το σώμα.

Χωρίς το πουλί και η δική της ζωή έχασε το νόημά της και ο θάνατος ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της.
«Γιατί ήρθες?» ρώτησε το θάνατο.

«Για να μπορέσεις να ξαναπετάξεις μαζί του στα ουράνια», αποκρίθηκε ο θάνατος. Αν το είχες αφήσει να φύγει και πάντα να επιστρέφει, θα το αγαπούσες και θα το θαύμαζες ακόμα περισσότερο. Τώρα όμως χρειάζεσαι εμένα για να μπορέσεις να το ξαναδείς.»

Κυριακή, 19 Αύγουστος 2007

Directions

Μια ζωή πήγαινα «διακοπές» σε ένα χωριό στο Βόλο από όπου κατάγεται ο μπαμπάς. Από μικρή όταν άκουγα «Βόλος» σήμαινε κάποιες εβδομάδες κόλασης. Όχι επειδή δεν είχα παρέες, αλλά επειδή θα προτιμούσα να μην έχω παρέες από τα βοιδοκουνελόπαιδα ξαδέρφια μου και τους φίλους τους που κοιμούνται όρθια και είναι τόσο αργόσχολα και εκτός πραγματικότητας που νομίζουν ότι η Αθήνα είναι το πιο ακριβό μέρος του κόσμου και ότι όποιος είχε την ατυχία να γεννηθεί εκεί είναι καταδικασμένος να γίνει πρεζόνι. («αυτά βλέπουμε στην τηλεόραση, αυτά πιστεύουμε»)

Φέτος, λίγο μετά τις εξετάσεις, μπήκε η μαμά στο δωμάτιό μου με ένα ύφος κατηγορούμενου και μου είπε ότι λόγω κάποιας αναποδιάς στη δουλειά της δε θα πάρει άδεια τον Αύγουστο όπως κάθε χρόνο, αλλά το Σεπτέμβρη με αποτέλεσμα να μην πάμε στο Βόλο. Κατάφερα να κρύψω τη χαρά μου αρκετά πειστικά και της είπα ότι δεν πειράζει και να μην στενοχωριέται.

Αυτό ήταν. Αφού τελείωσαν τα θερινά ήμουν όλη μέρα στους δρόμους αποφεύγοντας το σπίτι μου σαν το σχολείο. Είχε τύχει να κοιμηθώ 3 συνεχόμενες μέρες στο σπίτι της φίλης μου της Νικολέττας και μετά να πάω για άλλες 4 μέρες στο εξοχικό της φίλης μου της Γεωργίας στους Αγ. Θεοδώρους και μετά να πάω σπίτι μου (πού καιρός για το μπλογκ..), δηλαδή μία εβδομάδα απουσίας. Μετά, αφού η Νικολέττα έφυγε και η Γεωργία είχε εγκατασταθεί στους Αγ. Θεοδώρους πήγαινα σχεδόν καθημερινά με τον Άκη για μπάνιο στους Αγίους (στη Γεωργία) με τον Προαστιακό και γυρνούσαμε πάλι βράδυ. Όπως και να το κάνουμε είχα τη δικαιολογία ότι «Κοιτάξτε να δείτε, αφού φέτος δε θα πάμε διακοπές και θα κάτσω να λιώσω στην Αθήνα, αφήστε με τουλάχιστον να το χαρώ λίγο. Τι να κάνω στο σπίτι? Ε?»

Μία μέρα λοιπόν που πήγαινα στους Αγ. Θεοδώρους (μόνη μου γιατί κάποια στιγμή έφυγε και ο Άκης για Κέρκυρα) πήρα και ένα βιβλίο μαζί (το 11 λεπτά) του Paulo Coelho που έγραφε στο εξώφυλλο το όνομά του με μεγάλους αγγλικούς χαρακτήρες. Με το που έκατσα και άρχισα να διαβάζω είδα ότι απέναντί μου ήταν 2 κοπέλες περίπου στην ηλικία μου που λογικά κάποια στιγμή είδαν το βιβλίο που διάβαζα και από το αγγλικό των χαρακτήρων του ονόματος του συγγραφέα συμπέραναν ότι και το υπόλοιπο βιβλίο είναι γραμμένο στο αγγλικά, άρα είμαι κι εγώ αγγλόφωνη. Έτσι ανέπτυξαν μία φωναχτή συζήτηση στα ελληνικά που είχε ως θέμα της τη φυλή και το χρώμα μου:
-Ξένη πρέπει να’ναι..
-Ναι, και μάλλον Αμερικανίδα. Στα αγγλικά είναι το βιβλίο της.
-Μπορεί να είναι και Αγγλίδα.. Είναι άσπρη και ηλιοκαμμένη (η αλήθεια είναι ότι φέτος καψαλίστηκα από τον ήλιο..)
-Ναι όντως.. Κοίτα μαλλί ρε, πού πάει έτσι? (Αυτό το σχόλιο δεν το πολύ κατάλαβα. Γιατί, τι έχει το μαλλί μου?)
Παρολαυτά δεν ήθελα να τις κάνω να νιώσουν άσχημα γι’αυτό και υποδύθηκα ότι δεν καταλάβαινα τι έλεγαν και πότε κοίταζα τη θάλασσα πότε διάβαζα το βιβλίο.
Αφού σχολίασαν και τα ρούχα μου και τη τσάντα μου κλπ, το τρένο έκανε μια στάση και ακούσαμε τη φωνή του οδηγού να λέει «αναμονή 10΄ λόγω διασταύρωσης». Αυτές έκαναν «Ω ρε πούστη..» και εγώ «fuck!»

Μετά από 12΄ αναμονής συνεχίσαμε το ταξίδι μας. Όταν περάσαμε και τον Ασπρόπυργο ακούστηκε πάλι η φωνή του οδηγού να υπενθυμίζει ότι ο συρμός έχει τελικό προορισμό την Κόρινθο και το Κιάτο. Τότε οι δύο προαναφερθείσες κοπέλες έδειξαν να πανικοβάλονται και να λένε
-Κόρινθο? Κιάτο?
-Περνάει από κει? Μήπως πρέπει να αλλάξουμε τρένο?
-Πήγαινε ρώτα ρε..
-Τι λες μωρέ, ντρέπομαι, να πας εσύ.
-Και ποιον να ρωτήσεις, έχουμε πήξει στους ξένους..

Εκείνη τη στιγμή εκνερίστηκα κάπως, και θυμήθηκα και το σχόλιο για το μαλλί μου και γύρισα και κοίταξα αυτή που είπε το τελευταίο για τους ξένους και της είπα ευγενικότατα «Πού θέλετε να πάτε?»
Μετά από 4 δευτερόλεπτα σιωπής, απάντησαν ταυτόχρονα «Κινέτα» και τους είπα ότι περνάει από Κινέτα και να μην ανησυχούν και μετά δεν ξαναμίλησαν μέχρι να φτάσουν.

ΥΓ. Το επόμενο ποστ για το «11 λεπτά» τώρα που το θυμήθηκα.